Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Κυριάκος Μάτσης

"ου περί χρημάτων των αγώνα ποιούμεθα, αλλά περί αρετής"!

«Έκλεξε όσον ημπορής τον τρόπο του θανάτου σου, ένας ωραίος θάνατος είναι συνήθως η ευγενεστέρα πράξις της ζωής!»


Στις 19 Νοεμβρίου, ο κυπριακός Ελληνισμός τιμά ένα από τα πιο επίλεκτα παιδιά του. Τον Σταυραετό του Πενταδακτύλου, τον Κυριάκο Μάτση, που το ηρωικό του τέλος, το φθινοπωρινό εκείνο μεσημέρι του 1958, δεν ήταν τίποτε άλλο από το επιστέγασμα μιας λαμπρής αγωνιστικής πορείας. Ο θάνατός του στο κρησφύγετο του Δικώμου ήταν η φυσική κατάληξη ενός ιδεολόγου, οραματιστή και αγωνιστή, που μπήκε στο καμίνι των εθνικών αγώνων από τα μαθητικά θρανία.
Ο Κυριάκος Μάτσης είναι αναμφισβήτητα μια από τις πιο αξιοθαύμαστες φυσιογνωμίες του Εθνικο-απελευθερωτικού Αγώνα της ΕΟΚΑ. Ο Μάτσης είχε το χάρισμα να συνδυάζει τον οραματισμό και τον πολιτικό ρεαλισμό με την αγωνιστική διάθεση. Τα στοιχεία αυτά είναι εκ των ων ουκ άνευ στην ανάδειξη των χαρισματικών ηγετών. Η όλη προσωπικότητα του Μάτση διαγράφεται μέσα από τα ίδια τα κείμενά του, πολύτιμη κληρονομιά κι αυτά όπως η θυσία του.

Φιλοσοφημένη προσωπικότητα
Γιος αγροτών από το Παλαιχώρι της Μόρφου, ο Κυριάκος Μάτσης γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1926 και αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Αμμοχώστου το 1945. Στα κοινά άρχισε να συμμετέχει από τα μαθητικά του χρόνια. Η συγκροτημένη και φιλοσοφημένη προσωπικότητά του αρχίζει να φαίνεται από τις πολιτικές του αντιλήψεις, που ακόμη και σήμερα είναι πολύτιμες παρακαταθήκες. Γράφει στο ημερολόγιό του το 1944:

«Να 'σαι τίμιος στις πολιτικές σου αντιλήψεις που πρέπει να πηγάζουν από την αγάπη προς τον συνάνθρωπο, που συνεπάγεται καλυτέρεψη της Πολιτείας, που σαν άμεση συνέπεια έχει την της πατρίδας μερικά και του κόσμου γενικά».

Στις 29.6.1945 στην τελετή της αποφοίτησής του ως εκπρόσωπος των αποφοίτων του Γυμνασίου Αμμοχώστου αναφέρει για την Ελλάδα και τον Ενωτικό πόθο όλων των Κυπρίων:

"Εμπρός λοιπόν, Ακρίτες των εθνικών μας επάλξεων. Ας της δώσουμε (αναφέρεται στην Ελλάδα) το κάθε τι. Και την ζωή μας ακόμα, γιατί αν πραγματικά μια φορά κανείς πεθαίνει, το να πεθάνει για την Ελλάδα Θεία είναι η δάφνη.
Μη ξεχνάτε ποτέ πως εμείς θα αποτελέσουμε τα αυριανά στελέχη του Ελληνικού Στράτου. Μη ξεχνάτε πως σήμερα η Ελλάδα δεν είναι τίποτε άλλο παρά νεκροθήκη ημιθέων, όπως την απεκάλεσε κάποτε ο Βύρων. Μη ξεχνάτε πως είμαστε Έλληνες.
Και σαν τέτοιοι θα σταθούμε στο ύψος της Ιστορίας μας περήφανοι και αξιοπρεπείς. Ας σταθούμε περήφανοι κι εμείς οι υπόδουλοι Κύπριοι γιατί έχουμε αναφαίρετο το δικαίωμα αυτό. Και εμείς πολεμήσαμε πλάι στους άλλους Έλληνες. Χαρήκαμε μαζί τους τις χαρές, κλάψαμε μαζί τους στες συμφορές.
Το αίμα μας χύθηκε με το άλλο Ελληνικό αίμα, για να ποτίσει το πλατύφυλλο δένδρο της λευτεριάς, το δένδρο που στοιχειώνει και θεριεύει και μεγαλώνει, έτοιμο να απλώσει την ευεργετική του σκιά και στη μικρή μας πατρίδα.
Όπως δε όλα τα σκλαβωμένα ελληνικά μέρη έτσι και μεις θα βροντοφωνάξουμε το «άνοιξε μάνα μας γλυκιά, την άφθαρτη αγκαλιά σου κι αγκάλιασε μας τα φτωχά τα μαύρα τα παιδιά σου» και με λαχτάρα θα καρτερούμε την ώρα του τέλους της πολύπλαγκτης Οδύσσειάς μας»".


Και τα λόγια του αυτά στάθηκαν ιδιαίτερα προφητικά για τη γενιά του αλλά και για το μέλλον της Ελληνικής Κύπρου. Ο ίδιος όπως και πολλοί συναγωνιστές του, ο φίλος του Γρηγόρης Αυξεντίου τίμησαν τα λόγια αυτά, τίμησαν το προαιώνιο αίτημα των Κυπρίων για Ένωση με τη μάνα Ελλάδα.
Δεν ήταν μόνο πολιτικά ώριμος ο μαθητής Κυριάκος. Έτρεφε ταυτόχρονα και μια απέραντη αγάπη για τον άνθρωπο. Προτού φθάσει την ηλικία των 18, ο νεαρός απόφοιτος του Γυμνασίου Αμμοχώστου σημειώνει στο ημερολόγιό του στις 13 Ιανουαρίου 1944, έξι ολόκληρα χρόνια πριν από την έγκριση από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών της «Παγκόσμιας Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου»:

«Ιδού τα δικαιώματα του ανθρώπου:
1. Το δικαίωμα της ζωής. Οι άνθρωποι μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους μα μπροστά στο νόμο είναι ίσοι.
2. Η προστασία των ανηλίκων.
3. Το καθήκον και η ελευθερία.
4. Το δικαίωμα του να κερδίζεις χρήματα.
5. Το δικαίωμα της περιουσίας.
6. Η ελευθερία της κυκλοφορίας.
7. Το δικαίωμα της εκπαίδευσης.
8. Ελευθερία σκέψεως και λόγου.
9. Ατομική ελευθερία.
10. Προστασία κατά της βίας».

Όπως φαίνεται και στην ομιλία του της 28ης Οκτωβρίου 1944, η λατρεία του για την Ελλάδα είναι τόσο μεγάλη ώστε οραματίζεται την Τρίτη μεγάλη προσφορά της Ελλάδος στην ανθρωπότητα. Μιλά για τον τρίτο Ελληνικό πολιτισμό, μετά την κλασσική αρχαιότητα και το Βυζάντιο.
Στις 12 Οκτωβρίου 1946 ο Μάτσης φεύγει από την Κύπρο, όπου με υποτροφία της Κυπριακής Αγροτικής Εταιρείας θα σπουδάσει γεωπόνος στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ήταν γόνος αγροτικής οικογένειας, που μοχθούσε και πότιζε καθημερινά με τον ιδρώτα της τη γη της Πιτσιλιάς. Γι’ αυτό ο Μάτσης αγάπησε τη γη και ήθελε να είναι αφέντες της αυτοί που τη δούλευαν. Γράφει σε φίλο του το 1958:

«Να γιατί δεν νοιάζομαι αν τη γη αυτή τη ζουν Τούρκοι για Έλληνες, Εβραίοι για ... Εκείνο που έχει αξία είναι να τη ζουν αυτοί που την ποτίζουν με τον ιδρώτα τους και να περπατούν πάνω της ελεύθεροι, διαφεντευτές της, κυρίαρχοί της. Ν’ αναπνέουν περήφανοι τον αέρα της που να ’ναι αέρας δροσιάς, ομορφιάς, λεβεντοσύνης. Όχι πνίχτης»…

Στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Στις 8 Δεκεμβρίου 1946 γίνεται η νενομισμένη τελετή της εισδοχής του στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Λίγους μόνο μήνες μετά, ο Μάτσης γίνεται ενεργό στέλεχος της Μορφωτικής Ένωσης Εθνικοφρόνων Φοιτητών. Αρχίζει τη διοργάνωση εξορμήσεων στη βορειο-ελλαδική ύπαιθρο, με σκοπό την ανύψωση του ηθικού των κατοίκων της υπαίθρου που υπέφεραν από τον εμφύλιο πόλεμο, καθώς και την εμψύχωση του ελληνικού στρατού. Στη Μακεδονία ανέπτυξε μεγάλη δράση και χάρη στα ρητορικά του προσόντα διακήρυττε τις απόψεις του για την Κύπρο. Γι' αυτό το έργο ονομαζόταν "Το αηδόνι της Κύπρου".

Ο Κυριάκος Μάτσης γίνεται φλογερός κήρυκας των εθνικών δικαίων. Δεν λησμονούσε την αποικιοκρατούμενη Κύπρο και την ανάγκη της Ένωσής της με τον εθνικό κορμό.
Σε αυτούς που του έλεγαν ότι η Ελλάδα είναι φτωχή και κατεστραμμένη, ενώ η Αγγλία είναι μια πλούσια αυτοκρατορία, απαντούσε με πάθος:

«Προτιμούμε τα ράκη της μητρός Ελλάδος, παρά την πορφύραν της μητρυιάς.»

Στη φοιτητική συγκέντρωση-διαμαρτυρία που έγινε στο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης για τη συμπεριφορά των 4 μεγάλων δυνάμεων έναντι στις εθνικές διεκδικήσεις της Ελλάδος, η ομιλία του Κυριάκου Μάτση όπως γράφουν οι «Ακρίτες του Βορρά» συνοδεύτηκε από παρατεταμένα χειροκροτήματα και τη ρυθμική κραυγή:

"ΕΝΩΣΗ, ΕΝΩΣΗ ΚΥΠΡΟΣ, ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ"

Τον Ιούλιο του 1947 γράφει ένα προφητικό κείμενο στο ημερολόγιό του:
«κάποιοι θέλουν προδοτικά να συμμετάσχουν στη Διασκεπτική συνέλευση του Κυβερνήτη, που θα καταστρώσει το σύνταγμα της Κύπρου, το σχοινί που θα σφυκτοδέσει τον Κυπριακό λαό μακρυά από τη μάνα του». Λόγια προφητικά που συνέβησαν το 1960 οπόταν προδόθηκε το όραμα της ένωσης και οι θυσίες των ηρώων της ΕΟΚΑ με το δοτό σύνταγμα.
Ο Κυριάκος Μάτσης όπως αναφέραμε και πριν δεν νοιαζόταν μόνο για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα αλλά ανησυχούσε και για τα άλλα φλέγοντα θέματα του Ελληνισμού. Έτσι το Δεκέμβριο του 1947 γράφει στο ημερολόγιό του:

«Φεύγει ακόμα ένα χρόνος. Και ταλαιπωρημένη η ανθρωπότης αγκομαχά κάτω από μια αναταραχή τρομερή, μέσα σε μια τεραστία σύγχυση πνευμάτων. Ιδιαίτερα η πατρίδα μας κάτω από την ανταρτική δράση των κομμουνιστών, με ματωμένο το μέτωπο αγωνίζεται για να διασώσει τη Μακεδονία από τα χέρια των Βουλγάρων, που νομίζουν ότι είναι δυνατόν να πάρουν τη Θεσσαλονίκη. Τότε μόνο θα γίνει αυτό, όταν πτώματα τα κορμιά μας τα πατήσουν».

Άνθρωπος χωρίς παρωπίδες και φανατισμούς, ο Μάτσης είχε το θάρρος και την παρρησία να παρουσιαστεί το 1948 ενώπιον του Έκτακτου Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης και να υπερασπιστεί τον συμπατριώτη και συμφοιτητή του Γιάννη Δρουσιώτη, ο οποίος ανήκε στο αντίθετο ιδεολογικό στρατόπεδο. Γράφει στις 24 Ιουνίου 1948:

«Έμαθα στη ζωή να αγαπώ και να εκτιμώ τους ιδεολόγους αγωνιστές που ξέρουν να αγωνιστούν για ένα ιδανικό, αδιάφορο ποιο είναι αυτό, αρκεί να το πιστεύουν. Και ο Γιάννης Δρουσιώτης το πίστευε».
«Μόνο όταν το συμφέρον το ατομικό σταματήσει να κινεί το λογισμό μας σε κάθε μας πράξη, μόνο όταν ο καθένας εργάζεται για το σύνολο και τον εαυτό του, μόνον τότε η ανθρωπότης μπορεί να βρει το δρόμο της».

Νεαρός φοιτητής παλεύει συχνά στο συναίσθημα και στη λογική, ανάμεσα στην πλάνη και στην αλήθεια. Μένει πιστός στο αληθινό, το οποίο υπόσχεται να υπηρετήσει και να αγωνιστεί γι’ αυτό. Γράφει στις 16.4.47:

«Η σημαία για την οποίαν έδωκα όρκο να υπηρετήσω είναι η ΑΛΗΘΕΙΑ. Θα της μείνω πιστός και θ’ αγωνίζομαι για το ΦΩΣ και την ΑΛΗΘΕΙΑ».

Και όταν πρόκειται για την αλήθεια, ο Κυριάκος Μάτσης δεν χαρίζεται σε κανέναν, ούτε και στον εαυτό του. Εξετάζει διαρκώς το βίο και τη συμπεριφορά του. Θέλει να έχει έλεγχο του συγκινησιακού του κόσμου και αγωνιωδώς διερωτάται:

«Δύο χρόνια κύλησαν. Στέκομαι στο ύψος μου; Πάντως όμως κάθε ένας πρέπει να είναι αυστηρός με τον εαυτό του και να εφαρμόζει αυτοέλεγχον. Γι’ αυτό νομίζω ότι σε πολλούς τομείς έκαμα δίκια και ειλικρινά το καθήκον μου, θυσιάζοντας κάποτε και τη ζωή μου, ενώ σε άλλους τομείς υστέρησα εις ασυγχώρητον βαθμόν. Αυτά τα κενά πρέπει να τα συμπληρώσω».

Από την 1η Ιουλίου μέχρι την 29η Νοεμβρίου 1951 ο Κυριάκος Μάτσης βρίσκεται στην Κύπρο και ασχολείται με τη συγγραφή της πτυχιακής του διατριβής, που έχει ως θέμα: «Γενική μελέτη του χωρίου Παλαιχωρίου Λευκωσίας (Κύπρου) και ειδικά τής εν αυτώ αμπελοκαλλιέργειας.
Στις 2 Ιουνίου 1952 λαμβάνει τον τίτλο του Γεωπόνου. Βαθμός Πτυχίου «Λίαν Καλώς».

Στην ΕΟΚΑ
Εγκαταλείπει την Ελλάδα είκοσι έξι ημέρες αργότερα και επιστρέφει στην Κύπρο. Αρχίζει να εργάζεται στο μεγάλο αγρόκτημα του θείου του Π. Ιωάννου στα Κούκλια. Ο επιστήμονας-γεωπόνος προσφέρει τις γνώσεις του στην ανάπτυξη της παραγωγής του αγροκτήματος.
1η Απριλίου 1955 αρχίζει ο Εθνικο-απελευθερωτικός Αγώνας της ΕΟΚΑ. Γράφει ο Γεώργιος Γρίβας Διγενής στα απομνημονεύματά του:

«Ο Μάτσης εκ των πρώτων κατετάγη εις την Οργάνωσιν. Στρατιώτης του καθήκοντος, αγνός και τίμιος, υπόδειγμα, εις τους υφισταμένους του εμψυχωτής, εισήλθεν εις τον αγώνα με την φλόγα της αυτοθυσίας και την δίψαν να επιτελέσει έργον μεγάλο».

Το Αγρόκτημα των Κουκλίων όπου εργαζόταν ο Κυριάκος Μάτσης γίνεται αγωνιστικό κέντρο. Το Land-Rover της εταιρείας με αριθμούς εγγραφής R372 χρησιμοποιείται για μεταφορά οπλισμού, βομβών, πυρομαχικών και άλλου επαναστατικού υλικού με οδηγό τον Μάτση, που αψηφούσε το θάνατο. Η αυτοθυσία ήταν ταυτόσημη με την αγωνιστική του ύπαρξη.
Με την κατηγορία ότι ανήκει στην ΕΟΚΑ, ο Κυριάκος Μάτσης συλλαμβάνεται από τους Άγγλους στις 9 Ιανουαρίου 1956 και οδηγείται στα ανακριτήρια της Ομορφίτας. Γνωρίζουν ότι είναι σημαντικό στέλεχος της Οργάνωσης και ότι έχει στενή επαφή με τον Διγενή. Με την παρρησία που τον διέκρινε, δεν το αρνιέται. Οι διαβόητοι ανακριτές Ρόμπινσον, ΜακKάουαν και Χάρις τον ανακρίνουν, αλλά ο Μάτσης τούς μιλά για τις παραδόσεις των Ελλήνων, για τη μοίρα της πονεμένης Ρωμιοσύνης, για το χρέος να αγωνισθεί κανείς για την ελευθερία και δεν μένει μέχρις εκεί. Αντιστρέφει την πορεία των ανακρίσεων και τους ρωτά με θάρρος:

«Εσάς ποιος είναι, όμως, ο ρόλος και η αποστολή σας; Γιατί βρίσκεστε σε έναν τόπο που δεν σας θέλουν; Τι θα κάνατε εσείς αν ήσασταν στη δική μου τη θέση; Απαντήστε μου».

Τέτοια αξιοπρέπεια και τέτοια πρόκληση δεν την περίμεναν οι στυγνοί ανακριτές. Γι’ αυτό θα τον απομονώσουν και θα υποστεί τα φρικτότερα των βασανιστηρίων: Κτυπήματα, αϋπνία, ηλεκτροσόκ, αδιάλειπτες και επί εικοσιτετραώρου βάσεως ανακρίσεις. Σε καμία όμως περίπτωση η ψυχή του δεν λυγίζει. Παραμένει γενναίος και ατρόμητος.
Ο ιδεολόγος, ο ιδεαλιστής απορρίπτει τον υλισμό και θέτει την αρετή και την πατρίδα πάνω απ’ όλα. Ο Στρατάρχης Χάρτινγκ επιχειρεί να τον εξαγοράσει για να καταδώσει τον Διγενή, με το μυθικό για την εποχή εκείνη ποσό του μισού εκατομμυρίου λιρών. Ο Κυριάκος Μάτσης, όμως, δίνει μάθημα αγωνιστικής αρετής στους βασανιστές του και είχε το θάρρος να βροντοφωνάξει κατάμουτρα στον σκληρό αποικιοκράτη Χάρτινγκ, κτυπώντας τη γροθιά του στο τραπέζι:

«Εξοχότατε, ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα, αλλά περί αρετής. Λυπούμαι, διότι με έχετε προσβάλει με την πρότασή σας».

Ο κυβερνήτης αποχώρησε αμέσως και εκτιμώντας το ήθος του Μάτση, έδωσε εντολή να σταματήσουν τα βασανιστήρια που του έκαναν. Ο Μάτσης μεταφέρεται στα κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιάς, όπου τον Απρίλιο του 1956 μετά την εξορία του Μακαρίου γίνονται ουσιαστικές συνομιλίες λύσης του Κυπριακού εντός των κρατητηρίων. Ο Μάτσης συνομιλούσε με τους ανακριτές, το βοηθό κυβερνήτη Sinclair και τον Redaway. Κατάφερε να βελτιώσει τους όρους της συμφωνίας Μακαρίου – Χάρτινγκ σε σημαντικά σημεία και πίστευε στη σύντομη λύση του Κυπριακού. Έθετε τα πάντα υπόψη του Διγενή, ο οποίος όμως θεώρησε ότι δεν μπορούσε από μόνος του να υπογράψει ή να δώσει τη συγκατάθεσή του για τη λύση και το πολιτικό μέλλον της Κύπρου.
Την 1η Μαΐου ο Διγενής στέλνει στον Μάτση με το ψευδώνυμο «Μιλτιάδης» την περίφημη «Διαταγή», στην οποία του ανέθετε όρους πως ο ένοπλος αγώνας θα λήξει μόνο όταν επιτευχθεί συμφωνία και διαπραγματεύσεις δύνανται να γίνουν μόνο με τον Μακάριο, όταν αυτός αφεθεί ελεύθερος.
Στις 13 Σεπτεμβρίου 1956, ο Κυριάκος Μάτσης δραπετεύει από τα κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιάς και διορίζεται Τομεάρχης της επαρχίας Κερύνειας. Ως αντάρτης καταζητούμενος δεν χάνει την επαφή με τους φίλους και συγγενείς του. Γράφει τον Φεβρουάριο του 1958 στο νεαρό εξάδελφό του Συμεών Μάτση:

«… Είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε πέτρα την καρδιά, για να σταθούμε άξιοι του χρέους μας. Δοκίμασα πιο έντονο τον πειρασμό όταν περαστικός για λίγες μέρες από το χωριό ήμουν υποχρεωμένος να μην πάω να δω τους δικούς μου. Ήταν βέβαιο πως κάποτε θα τους ρωτούσαν αν με είδαν και έπρεπε να λεν «όχι» και να μπορούν να ορκιστούν γι’ αυτό. Μα έτσι θα είναι και πιο έντονη η χαρά όταν βρεθούμε τη μέρα της ΝΙΚΗΣ. Αν όμως η επιταγή της πατρίδας μάς φυλάξει μια άλλη μοίρα, τότε θ’ αγάλλεται η ψυχή μας απ’ τα ουράνια σαν συντροφιαστά με τα άλλα αδέλφια στον μεγάλο γιορτασμό θα πανηγυρίσουμε».

Το τελευταίο φθινόπωρο της ζωής του ο Μάτσης χαράζει στο χαρτί απαισιόδοξους στίχους, λες και τραγουδούσε τον ίδιο το θάνατό του:

«Παράξενο το μίλημα των λουλουδιών που σπέρνουμε στους τάφους
Λουλούδια παν στο μνήμα των να σπείρης θέλεις,
Τώρα που των ιδεών το άνθισμα θάφτηκε μέσ’ το χώμα;
Σπείρε τα.
Πιο δυνατά θα πεταχτούν και πι’ όμορφα θα λάμπουν
σαν απ’ το χέρι σου, κυρά, καλή φροντίδα θα ’βρουν.
Κι όσο φουντώνει η φυλλωσιά και πιο πολύ φυτρώνει
τόσο και πιο πολύ βαθιά η ρίζα των θ’ απλώνει
ώσπου να φτάσει στο κορμί κάτω που θα σαπίζει
πιο περισσά για να τραφεί και πιο πολύ ν’ ανθίζει
».

Επιστέγασμα των αγώνων του Κυριάκου Μάτση ήταν όταν μέσα από το κρησφύγετό του στο Δίκωμο, βροντοφώναξε στη μία και τριάντα το μεσημέρι της 19ης Νοεμβρίου 1958:

«Όχι. Δεν παραδίδομαι. Αν θα βγω, θα βγω πυροβολώντας».

Περικυκλωμένος στο ασφυκτικό κρησφύγετό του δεν είχε άλλη εκλογή παρά να πεθάνει. Ο ίδιος δεν είχε αφήσει στην ψυχή του κανένα ηθικό περιθώριο για εκλογή. Ήταν έτοιμος για το θάνατο. Τον είχε προβλέψει στα γράμματά του, τον είχε αναλύσει στους φιλοσοφικούς στοχασμούς του, τον είχε με σιγουριά καταγράψει στο ημερολόγιό του, τον είχε τραγουδήσει. Είχε υπογραμμίσει στο βιβλίο «Σιδηρά Διαθήκη» του Δημητρακοπούλου:

«Έκλεξε όσον ημπορής τον τρόπο του θανάτου σου, ένας ωραίος θάνατος είναι συνήθως η ευγενεστέρα πράξις της ζωής!».

Τρία πράγματα σκέφτηκε να κάνει: να κάψει τα έγγραφα της ΕΟΚΑ, να διώξει τους δύο συντρόφους του και να γεμίσει το όπλο του. Οι Άγγλοι αν και πολύ περισσότεροι φοβήθηκαν και προτίμησαν τη σιγουριά της ρίψης χειροβομβίδων. Ο Μάτσης κείτονταν διαμελισμένος από την έκρηξη της χειροβομβίδας στο μικρό του κρησφύγετό του, αλλά η ψυχή του είχε βρει τη θέση της στο πάνθεον των ηρώων.
Έντεκα μήνες πριν από το πέρασμα τού Μάτση στην αθανασία, σε επιστολή προς τους γονείς του, φανερώνει το πώς θα αντιμετώπιζε το τελευταίο προσκλητήριο της πατρίδας:

«Πιστεύουμε ότι κάθε θυσία μας δεν πηγαίνει άδικα και εσείς να είστε περήφανοι για μας. Αν ο καλός Θεός μας επιφυλάσση την λαμπράν τύχη να δώσωμεν την ζωήν μας για την πατρίδα, τότε η χαρά σας πρέπει να είναι απέραντη. Δεν ξέρω αν μπορεί να ονειρευτεί ένας άνθρωπος καλύτερη τύχη από αυτήν. Και δεν μπορώ να σκεφθώ γονείς που να είναι πιο περήφανοι παρά για τα παιδιά τους που έπεσαν για την πατρίδα».

Ο λόγος του Μάτση είναι λόγος διαχρονικός, γιατί πηγάζει από αξίες οικουμενικές, οι οποίες έχουν ως κέντρο αναφοράς τους τον άνθρωπο. Ο Κυριάκος Μάτσης αντιτάχθηκε και με την γραφίδα του, αλλά και με το όπλο του σε κάθε μορφή ολοκληρωτισμού και καταπίεσης. Η πίστη του στην ελευθερία και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια στάθηκαν οι παντοτινοί σύντροφοί του. Με ακλόνητη πίστη στην ΕΝΩΣΗ της Κύπρου με την Ελλάδα, αγωνίστηκε και ως φοιτητής αλλά κυρίως ως αγωνιστής της ΕΟΚΑ ενσυνείδητα για να πραγματοποιήσει την «ανάγκη» αυτή του Κυπριακού Ελληνισμού. Αλλά δεν στεκόταν μόνο σ' αυτό . Όπως μαρτυρούν οι συναγωνιστές του, μετά την πραγματοποίηση της Ένωσης έβλεπε πιο μακριά, την Βόρειο Ήπειρο, τους Έλληνες της Κωνσταντινουπόλεως και της Μικράς Ασίας. Ο Μάτσης ήταν ένας συνειδητός ιδεολόγος της Ένωσης αλλά και της πραγματοποίησης όλων των Εθνικών διεκδικήσεων.

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Η ανάπτυξη των εθνικών κινημάτων

Από το 1792, όταν οι Γάλλοι προσπάθησαν να εξαγάγουν την επανάσταση στην υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά κυρίως μετά την ανάληψη της εξουσίας από το Ναπολέοντα, η αντίδραση κατά των Γάλλων δεν προήλθε μόνο από τους εστεμμένους και τους ευγενείς. Η φορολογία, οι επιτάξεις ειδών για τις ανάγκες του στρατού, η επιστράτευση νέων για την ενίσχυση του γαλλικού στρατού, η ηγεμονική συμπεριφορά των Γάλλων διοικητών και πρεσβευτών, οι εμπορικοί περιορισμοί προκειμένου να πληγεί η Βρετανία και οι κανονισμοί στη βιομηχανία για να ενισχυθεί η γαλλική βιομηχανία, αυτοί και άλλοι παράγοντες που συνδέονται με την παρουσία και τις επιδιώξεις κατακτητών ή ισχυρών προστατών σε μια χώρα προκάλεσαν εύλογες αντιδράσεις στις γαλλοκρατούμενες χώρες της Ευρώπης. Κυρίαρχο σημείο αναφοράς των αντιδράσεων αυτών και κοινός παρονομαστής τους ήσαν οι εθνικές ιδιαιτερότητες, η εθνική ταυτότητα, με κριτήρια μάλιστα όχι πλέον τις διαφορετικές κατά τόπους παραδόσεις αλλά σύγχρονα κριτήρια, δανεισμένα από τον ιδεολογικό εξοπλισμό των νέων κυριάρχων. Ο νεότερος εθνικισμός, όπως έγινε γνωστός στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο των χρόνων αυτών και μεταγενέστερων εποχών, κυοφορήθηκε και γεννήθηκε κυρίως ως αντίδραση στον αυταρχικό διεθνισμό της ναπολεόντειας αυτοκρατορίας. Αναπτύχθηκε ως διαμαρτυρία στην πολιτική που είχε ως στόχο μια ενωμένη ηπειρωτική Ευρώπη με κοινούς νόμους και ενιαία διοίκηση, με ενιαία οικονομία, με κοινή εξωτερική πολιτική και στρατό με κοινή διοίκηση.

Τα εθνικά κινήματα που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της ναπολεόντειας αυτοκρατορίας είχαν χαρακτήρα αντιγαλλικό και αντιαυταρχικό για ευνόητους λόγους. Ο εθνικισμός της εποχής είχε στοιχεία συντηρητικά και φιλελεύθερα, παραδοσιακά και προοδευτικά. Μερικοί εθνικιστές ήσαν συντηρητικοί, και πρόβαλλαν τη σημασία των ιδιαίτερων θεσμών, εθίμων, λαϊκών δοξασιών και της εθνικής ιστορικής μνήμης που κινδύνευαν να ισοπεδωθούν ή και να χαθούν στο πλαίσιο του ναπολεόντειου αυτοκρατορικού συστήματος. Άλλοι πάλι πρόβαλλαν το δικαίωμα αυτοδιαθέσεως των λαών, την ανάγκη μεγαλύτερης συμμετοχής του λαού στην κυβέρνηση, περισσότερο αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, μεγαλύτερη ελευθερία του ατόμου έναντι του κράτους. Τόσο ο συντηρητισμός όσο και ο φιλελευθερισμός αναπτύχθηκαν σε αντίδραση κατά του Ναπολέοντα και του συστήματος που επέβαλε στην Ευρώπη ενόσω κυριαρχούσε στη γηραιά ήπειρο: αναπτύχθηκαν, ανέτρεψαν το Ναπολέοντα και το σύστημα που επέβαλε, και διαμόρφωσαν τις τύχες των γενεών που ακολούθησαν όσο κανένα άλλο κίνημα των νεωτέρων χρόνων.

Ο εθνικισμός ήταν και παρέμεινε ένα σύνθετο φαινόμενο, και εμφανίσθηκε και αναπτύχθηκε με διαφορετική μορφή από χώρα σε χώρα.
Στην Αγγλία πήρε τη μορφή προβολής και ευρύτατης υποστηρίξεως των παραδοσιακών θεσμών της χώρας, του κοινοβουλευτισμού και των ελευθεριών του ατόμου. Ο εξωτερικός κίνδυνος δημιούργησε ευρεία συναίνεση, η οποία στήριξε την πολεμική προσπάθεια και απέτρεψε πιθανές κοινωνικές αναστατώσεις εξαιτίας των προβλημάτων που προκαλούσε η προϊούσα και ανεξέλεγκτη εκβιομηχάνιση και οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
Στην Ισπανία, ο εθνικισμός πήρε τη μορφή ευρύτατης αντιστάσεως εναντίον των Γάλλων. Μερικοί Ισπανοί εθνικιστές ήσαν φιλελεύθεροι και πρόβαλλαν, μαζί με την ανάγκη αντιστάσεως εναντίον των γαλλικών επεμβάσεων, το σύνταγμα του 1812. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία όμως οι Ισπανοί εθνικιστές ήσαν εχθροί της επαναστάσεως και των θεσμών που συνδέονταν με αυτήν, και υποστήριζαν την παλινόρθωση του κλήρου και των Βουρβώνων.
Στην Ιταλία, ή αντίδραση κατά της γαλλικής παρουσίας υπήρξε περιορισμένη. Εκεί, η δημιουργία μεγάλων ενοτήτων, σε συνδυασμό με την ευρεία απήχηση που είχαν οι διακηρυγμένες αρχές της επαναστάσεως, υπονόμευσε την ταύτιση των κατοίκων με τους τοπικούς δούκες και άλλους άρχοντες και ευνόησε την ανάπτυξη της ευρύτερης ιταλικής εθνικής ταυτότητας και της επιθυμίας να δημιουργηθεί μια ενιαία ιταλική πατρίδα.
Στην Πολωνία, το εθνικό κίνημα αναπτύχθηκε κυρίως ως θετική ανταπόκριση στις αρχές που ευαγγελίζονταν οι Γάλλοι. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι Πολωνοί εθνικιστές υιοθέτησαν τις αρχές και τις ιδέες των Γάλλων· θεωρούσαν το Ναπολέοντα ελευθερωτή των υπόδουλων λαών της Ευρώπης και θρήνησαν την πτώση του όσο λίγοι λαοί.
Ι. Σ. Κολιόπουλος
Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, 1789-1945
εκδόσεις: Βάνιας
η' ανατύπωση
Θεσσαλονίκη 2001
(σσ. 67-68)

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2009

Όταν ο Θεός ομιλεί στον άνθρωπο

αυτό πρέπει να γίνεται ή άμεσα ή με τη μεσολάβηση ενός άλλου ανθρώπου, στον οποίο εκείνος είχε προηγουμένως απευθυνθεί άμεσα. Ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός ομιλεί άμεσα σε κάποιον, μπορεί να γίνει αρκούντως κατανοητός από εκείνους, στους οποίους έχει απευθυνθεί με τον τρόπο αυτό. Πώς όμως θα μπορούσε κάποιος άλλος να κατανοήσει τα ίδια λόγια είναι δύσκολο —αν όχι αδύνατο— να το γνωρίζουμε. Γιατί, αν κάποιος ισχυρισθεί ότι ο Θεός του έχει μιλήσει με τρόπο υπερφυσικό άμεσο, και εγώ το αμφισβητήσω, δεν μπορώ εύκολα να φανταστώ τι επιχείρημα μπορεί να παρουσιάσει για να με υποχρεώσει να το πιστέψω.

Όταν λέγεται στην Αγία Γραφή ότι ο Θεός μίλησε σε κάποιον, δεν εννοείται ο Θεός του μίλησε άμεσα, αλλά με τη μεσολάβηση των προφητών ή των αποστόλων ή της Εκκλησίας, με τον ίδιο τρόπο που ομιλεί και με όλους τους άλλους Χριστιανούς.
Το να πει κανείς ότι του έχει μιλήσει σε κάποιο όνειρο δεν είναι τίποτε περισσότερο από το να πει ότι ονειρεύτηκε πως ο Θεός του μίλησε· πράγμα που δεν αρκεί για να πείσει κανέναν από όσους γνωρίζουν ότι τα περισσότερα όνειρα είναι φυσιολογικά και μπορεί να προέρχονται από προηγούμενες σκέψεις. Και τέτοια όνειρα, όπως αυτά όπου ο Θεός ομιλεί, μπορεί να προέρχονται από αλαζονεία και ανόητη υπεροψία και από λανθασμένη αντίληψη για την ίδια τη θεοσέβεια ή κάποιαν άλλη αρετή κάποιου, χάρη στην οποία κρίθηκε άξιος μιας εξαιρετικής αποκάλυψης. Το να πει κανείς ότι έχει δει ένα όραμα ή έχει ακούσει μια φωνή σημαίνει ότι ονειρεύτηκε μεταξύ ύπνου και εγρήγορσης· γιατί συχνά στις περιπτώσεις αυτές ένας άνθρωπος εκλαμβάνει φυσιολογικά το όνειρό του ως όραμα, καθώς ακόμη δεν έχει συνειδητοποιήσει πλήρως ότι κοιμάται. Όταν ισχυρίζεται ότι ομιλεί με την βοήθεια υπερφυσικής εμπνεύσεως, αυτό σημαίνει ότι κατέχεται από διακαή επιθυμία να μιλήσει ή ότι έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, πράγμα για το οποίο δεν μπορεί να επικαλεσθεί κανένα φυσικό ή επαρκή λόγο. Έτσι, παρόλο που ο Παντοδύναμος Θεός μπορεί να απευθύνεται σε κάποιον άνθρωπο με όνειρα, οράματα, φωνή και έμπνευση, ωστόσο δεν υποχρεώνει κανέναν να πιστεύει όποιον το ισχυρίζεται, αφού αυτός, όντας άνθρωπος, μπορεί να σφάλλει και —το χειρότερο— να ψεύδεται.
Thomas Hobbes, Λεβιάθαν, τόμος Β'
εκδόσεις "Γνώση", 1989, σελ. 12.

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2009

Η ευτυχία κατά τον Αριστοτέλη

Η ευτυχία είναι ενέργεια της ψυχής, σύμφωνη με την αρετή, που είναι βασισμένη στη φρόνηση.
Η ηδονή είναι φυσική ανάγκη για όλους τους ζωντανούς οργανισμούς και δεν μπορεί να παραθεωρηθεί ως συστατικό της ευτυχίας, διακρίνεται δε σε αισθησιακή και πνευματική. Η πρώτη είναι κοινή σε όλα τα ζώα, ενώ η δεύτερη αποτελεί προνόμιο του ανθρώπου, βιώνεται μέσα στην δραστηριότητά του και είναι άβλαβη, σταθερή και πιο έντονη από την αισθησιακή.
Όλες οι πράξεις έχουν σκοπό την ευτυχία. Η ζωή, επομένως και η ευτυχία του ανθρώπου, εξαρτάται και από την τύχη, δηλαδή από ορισμένα εξωτερικά αγαθά· όμως, απ' όλα τα συντελεστικά της ευτυχίας, που καθαυτά είναι αστάθμητα, μόνο η υπεύθυνη πράξη του ανθρώπου, η σύμφωνη με την αρετή, έχει ασφάλεια και διάρκεια στην επιδίωξη της ευτυχίας.
Φιλοσοφία, Γ' Λυκείου
ΟΕΔΒ, έκδοση ΙΑ' 1995

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

Το γλωσσικό ζήτημα

Η ενότητα της ελληνικής γλώσσας είναι δεδομένη, η δε εξέλιξή της συνεχής. Από το τέλος του 4ου αιώνα π.Χ., όταν, με τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου, επέρχεται μια ενοποίηση του ελληνισμού, η ελληνική γλώσσα, μοιρασμένη προηγουμένως σε πολλές διαλέκτους (αττική, δωρική, ιωνική κτλ.) ενοποιείται στην ελληνιστική Κοινή. Οι γλωσσολόγοι αντικρίζουν την ελληνική γλώσσα σαν ένα σύνολο οργανικό, και ξεχωρίζουν δύο ή τρεις περιόδους: την ελληνιστική Κοινή (300π.Χ.-550μ.Χ), τη μεσαιωνική (550-1453) και τη νέα ελληνική γλώσσα (1453-σήμερα).
Η μεγάλη ακμή της αττικής λογοτεχνίας στον 5ο και στον 4ο αιώνα π.χ. είχε ήδη καταστήσει την αττική διάλεκτο κοινή γλωσσική ελληνική. Η απώλεια της αυτονομίας των αρχαίων ελληνικών πόλεων, η ρωμαϊκή κατάκτηση, η δημιουργία μεγάλων αστικών κέντρων στην εξελληνισμένη Ανατολή, συνετέλεσαν ώστε με βάση την αττική διάλεκτο, να σχηματιστεί μια ενιαία ελληνική γλώσσα, η ελληνιστική Κοινή. Είναι η γλώσσα στην οποία γράφτηκε η Καινή Διαθήκη, η γλώσσα από την οποία προήλθε πρώτα η μεσαιωνική και υστερότερα η νέα ελληνική γλώσσα.
Στα χρόνια του Χριστού παρατηρείται μια περίεργη τάση να ανασταλεί η φυσική αυτή εξέλιξη και η γλώσσα να γραφτεί σύμφωνα με κανόνες της αρχαίας αττικής. Το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως αττικισμός, δημιουργεί το πρώτο σημαντικό σχίσμα ανάμεσα στη γραφομένη και την ομιλουμένη γλώσσα. Από τότε αρχίζει το φαινόμενο της διγλωσσίας.
Το ζήτημα προβάλλει οξύ στις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα, όταν, με την επίδραση του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, επιζητείται ο πνευματικός φωτισμός του έθνους και η μεταφορά στην Ελλάδα των νέων ιδεών και της προοδευμένης επιστήμης της δυτικής Ευρώπης.
Οι συντηρητικοί, κατάλληλο όργανο για τη μεταφορά αυτή θεωρούν την αρχαία, μια γλώσσα έτοιμη κιόλας και διαμορφωμένη· μια μικρή ομάδα προοδευτικών λογίων, αντίθετα, επιζητεί, για το σκοπό αυτό, την καλλιέργεια της κοινής. Ανάμεσα στους αρχαϊστές και στους δημοτικιστές, ο Κοραής (1804), ζήτησε τη «μέση οδό»: μια γλώσσα στηριγμένη στη λαϊκή, αλλά «διορθωμένη» και «καλλωπισμένη» πάνω στο πρότυπο της αρχαίας. Έγινε έτσι ο πρώτος διαμορφωτής της καθαρεύουσας.
Μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους η καθαρεύουσα του Κοραή καλλιεργήθηκε από τους λογοτέχνες (με εξαίρεση τους Εφτανησιώτες) και καθιερώθηκε ως γλώσσα της πολιτείας και όλων των εκδηλώσεων της πνευματικής ζωής. Η επιβολή της στην αρχή ήταν καθολική· σιγά σιγά όμως οι αρχαϊστικές τάσεις της προεπαναστατικής περιόδου αναβιώνουν· το γενικό πνεύμα που κυριαρχεί είναι ένα πνεύμα αρχαϊστικό και το όνειρο της επιστροφής στην αρχαία δόξα. Έτσι, η μετρημένη και καλαίσθητη καθαρεύουσα του Κοραή μετατρέπεται σε μια όλο και πιο άκρατη αρχαϊζουσα. Ο γλωσσικός αυτός αρχαϊσμός φτάνει στο κορύφωμά του γύρω στο 1880.
Η υπερβολή αυτή γεννά γόνιμες αντιδράσεις· ανάμεσα στα 1876 και στα 1886 το γλωσσικό πρόβλημα γίνεται και πάλι οξύ και επίκαιρο, και παίρνει αποφασιστική τροπή με την εμφάνιση του Ψυχάρη. Η δημοτική διεκδικεί και πάλι τα δικαιώματά της, και το κήρυμγα του Ψυχάρη (ο δημοτικισμός) παίρνει ιδιαίτερη έκταση και καθορίζει όλη τη νεώτερη πνευματική ιστορία. Ύστερα από τις αντιδράσεις της πρώτης αρχής, το κίνημα απλώνεται ολοένα και σε ευρύτερους κύκλους· τα χρόνια ως το 1917 τα ονόμασαν του "ορμητικού δημοτικισμού". Στο μεταξύ και οι οπαδοί της καθαρεύουσας οργάνωναν τον αγώνα τους. Το 1911 ένα άρθρο στο νέο Σύνταγμα καθιέρωνε την καθαρεύουσα ως επίσημη γλώσσα του κράτους.
Σημαντική νίκη του δημοτικισμού στάθηκε η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917, η οποία έμπαζε για πρώτη φορά τη μητρική γλώσσα στις τρεις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου. Στα επόμενα χρόνια, ο δημοτικισμός γνώρισε πολλές αναστολές, οπισθοδρομήσεις, καινούριες κατακτήσεις, αλλά και κρίσεις εσωτερικές. Οι κυβερνήσεις και τα καθεστώτα που διαδέχονταν το ένα το άλλο έπαιρναν θέση, θετική ή αρνητική, απέναντι στο ζήτημα. Το Σύνταγμα του 1952 διατήρησε την αναχρονιστική διάταξη του Συντάγματος του 1911. Ένας σημαντικός σταθμός ήταν η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964 (με πρωθυπουργό και υπουργό παιδείας τον Γ. Παπανδρέου και γενικό γραμματέα του υπουργείου τον Ε. Π. Παπανούτσο), η οποία όριζε στο σχολείο την ισοτιμία ανάμεσα στην καθαρεύουσα και τη δημοτική. Το πραξικόπημα της 21 Απριλίου 1967 έφερε μια οδυνηρή οπισθοδρόμηση: το "Σύνταγμα" του 1968 πρόσθετε πως η καθαρεύουσα είναι όχι μόνο η επίσημη γλώσσα του κράτους, αλλά και της παιδείας.
Στις 30.4.1976 επί πρωθυπουργίας Κ. Καραμανλή και υπουργού Παιδείας του Γ. Ράλλη η δημοτική καθιερώνεται σε όλες της βαθμίδες των σχολείων της Γενικής Εκπαίδευσης ενώ στις 8.12.1976 με Εγκύκλιο του Υπουργείου Προεδρίας εισάγεται η χρήση της στα επίσημα δημόσια έγγραφα.
Η δύναμη των πραγμάτων είναι τέτοια, ώστε και οι λίγες εστίες αντιστάσεως (είτε από αθεράπευτη αντιδραστική νοοτροπία είτε απλώς από συνήθεια στα καθιερωμένα), να υποχωρήσουν και να εξουδετερωθούν.
Λίνου Πολίτη
Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
Δ' έκδοση
ΜΙΕΤ, 1985

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

Εσωτερικός μονόλογος

Ο όρος «εσωτερικός μονόλογος» χρησιμοποιείται εδώ και ένα αιώνα περίπου, για να δηλωθεί μια συγκεκριμένη τεχνική της πεζογραφίας. Κύριος στόχος της τεχνικής αυτής είναι να φέρει στην επιφάνεια την αδιάκοπη ροή σκέψεων, εικόνων, αναμνήσεων, συνειρμών και εντυπώσεων που διασχίζουν την ψυχή και το νου του ήρωα, σαν να ήταν δυνατόν να διατυπωθούν όλα αυτά σε λόγο αυτόματα, τη στιγμή ακριβώς που γεννιούνται. Πρόκειται για ένα εντελώς ιδιόμορφο είδος αφηγηματικού λόγου, που δίνει την εντύπωση ότι προσπαθεί να μας εισαγάγει στην εσώτερη ζωή του ήρωα, σαν να μην είχαμε κανενός είδους συγγραφική παρέμβαση: ακόμη και η συντακτική οργάνωση του λόγου είναι υποτυπώδης, σα να μιλά πραγματικά το υποσυνείδητο.
Από γλωσσικής πλευράς, ο εσωτερικός μονόλογος προϋποθέτει μια γραφή ελλειπτική, ασυνεχή, διακοπτόμενη και αντιφατική. Είναι λόγος που δε στοχεύει στην επικοινωνία και, συνεπώς, η όποια πληροφορία παρέχεται με τρόπο υπαινικτικό και φευγαλέο και ο αναγνώστης καλείται να συμπληρώσει τα κενά (από την άποψη αυτή, δεν είναι τυχαίο ότι στην αρχή ο εσωτερικός μονόλογος συνδέθηκε αρκετά στενά με το συμβολισμό). Είναι πολύ πιθανό να προκαλέσει σύγχυση στον αναγνώστη, διότι σε πολλά σημεία μοιάζει με τον ευθύ λόγο· παράλληλα, όμως, δεν υπάρχει κανενός είδους εισαγωγική φράση και τα τυπογραφικά στοιχεία (π.χ. εισαγωγικά, παύλες) του ευθύ λόγου απουσιάζουν. Τέλος, η χρήση του δεύτερου προσώπου σε μερικές περιπτώσεις, καθώς και κάποια ρητορικά ερωτήματα που ενδέχεται να διατυπωθούν, μπορούν κι αυτά να προκαλέσουν προβλήματα κατανόησης.
Ξεχωριστό ενδιαφέρον στην περίπτωση του εσωτερικού μονολόγου παρουσιάζει το ζήτημα του χρόνου. Πράγματι, καθώς έχουμε να κάνουμε με ένα υλικό ασυνεχές και αποσπασματικό, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μοιάζουν να συμπλέκονται σε ένα αξεδιάλυτο μίγμα και ο χρόνος εμφανίζεται κατακερματισμένος· παύει, δηλαδή, να αποτελεί ένα εύπλαστο στοιχείο στη διάθεση του αφηγητή και το γεγονός ότι εξακολουθεί να κυλά δηλώνεται μόνο από τη διαδοχή των λέξεων επάνω στο χαρτί. Καθώς μάλιστα ο γραμματικός χρόνος εκφοράς είναι συνήθως ο ενεστώτας, σχηματίζουμε την εντύπωση ότι βρισκόμαστε σε ένα συνεχές «τώρα». Μ' άλλα λόγια, εξαιτίας ακριβώς της έλλειψης οποιασδήποτε προσπάθειας για λογική επεξεργασία ή γλωσσική οργάνωση του λόγου, ο εσωτερικός μονόλογος μας προσφέρει την ψευδαίσθηση ότι ο χρόνος που μεσολαβεί ανάμεσα στην παραγωγή και την «καταγραφή» του λόγου είναι μηδενικός, ή τουλάχιστον τείνει προς το μηδέν (κι αυτή είναι μια σημαντική διαφοροποίηση σε σχέση με την απλή αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο).
Από ιστορικής πλευράς, φαίνεται ότι ο πρώτος που εφάρμοσε τη νέα τεχνική στην πράξη, υπήρξε ο Γάλλος συγγραφέας Ε. Dujardin, το 1887. Ο ίδιος είναι, άλλωστε, που προσπάθησε πρώτος να προσεγγίσει τον εσωτερικό μονόλογο και θεωρητικά, σε μια μελέτη που δημοσίευσε το 1931, κι ενώ είχε στο μεταξύ προηγηθεί η υποδειγματική χρήση της νέας τεχνικής από τον Ιρλανδό συγγραφέα James Joyce (Οδυσσέας, 1922). Μάλιστα, όπως ο ίδιος ο Joyce ομολογεί, οφείλει πολλά στον Dujardin.
Μιλώντας γενικότερα, πάντως, θα πρέπει να συνδέσουμε την εμφάνιση του εσωτερικού μονολόγου με το ευρύτερο κίνημα του μοντερνισμού, που εκδηλώθηκε κάπου ανάμεσα στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, φέρνοντας σημαντικές αλλαγές σε όλες τις μορφές τέχνης. Ειδικά σε ό,τι αφορά το μυθιστόρημα, που μας ενδιαφέρει πιο άμεσα εδώ, αρκεί να αναφέρουμε ορισμένους από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς της εποχής, όπως π.χ. τους Γάλλους Marcel Proust (Αναζητώντας το χαμένο χρόνο, 1913-1927) και André Gide (Οι κιβδηλοποιοί, 1925), τον Ιρλανδό James Joyce (Οδυσσέας, 1922), το Γερμανό Thomas Mann (To μαγικό βουνό, 1924) και την Αγγλίδα Virginia Woolf (H κυρία Dallaway, 1925, Τα κύματα, 1931), για να αντιληφθούμε ότι το λογοτεχνικό αυτό είδος γνωρίζει βαθιές μεταβολές: αποβάλλοντας το ρεαλιστικό και νατουραλιστικό του υπόβαθρο, έχει στραφεί προς ένα είδος υποκειμενικού ή και ψυχολογικού ρεαλισμού· την ίδια στιγμή, οι συγγραφείς έχουν ανακαλύψει νέες τεχνικές, όπως για παράδειγμα την προσωπική, υποκειμενική αλλά και την πολλαπλή αφήγηση, φτάνοντας στη λεγόμενη στοχαστική πεζογραφία. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο εμφανίζεται και ο εσωτερικός μονόλογος, ως μια προσπάθεια να αποδοθεί ο εσωτερικός δυναμισμός του ανθρώπου και τα άμεσα δεδομένα της συνείδησής του, στην πιο καθαρή μορφή τους, χωρίς κανενός είδους διαμεσολάβηση. Από την άποψη αυτή, ο εσωτερικός μονόλογος εκφράζει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο το περιεχόμενο της συνείδησης και καλεί τον αναγνώστη να συμμετάσχει ενεργά στα «δρώμενα».
Η τεχνική του εσωτερικού μονολόγου δε βοήθησε τη νεοελληνική λογοτεχνία να δημιουργήσει μεγάλα αριστουργήματα, πράγμα που αναμφίβολα κατόρθωσαν η αγγλοσαξονική και σε μικρότερο βαθμό η γαλλική παράδοση.

ΟΕΔΒ, Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων
έκδοση Α', 2000
σ.72

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

Έννοια

Γλώσσα και σκέψη συνυφαίνονται· η λέξη εντάσσεται οργανικά στο νοηματικό πλαίσιο του λόγου. Επομένως η σημασία της λέξης για τη λειτουργία της σκέψης είναι μεγάλη.
Η έννοια είναι μια καθολική παράσταση, μια πνευματική εικόνα με γενικό και αφηρημένο χαρακτήρα, που σχηματίζεται, όταν από μια ομάδα ομοειδών αντικειμένων, καταστάσεων, σχέσεων, ιδιοτήτων κτλ. αφαιρέσουμε τα επιμέρους γνωρίσματα και διατηρήσουμε τα κοινά.

Η λέξη "έννοια" δηλώνει κάτι που βρίσκεται "εν νω", στο νου, και δημιουργείται από αυτόν, άρα η σύλληψη μιας έννοιας σημαίνει ότι ένας τομέας του επιστητού μεταφέρεται από την αντικειμενική πραγματικότητα στον πνευματικό χώρο.


Η διαδικασία σύμφωνα με την οποία η σκέψη συλλαμβάνει τις έννοιες, δεν είναι αυθαίρετη. Η σκέψη δεσμεύεται από την αντικειμενική πραγματικότητα και, εφόσον φιλοδοξεί να συλλάβει σωστά τις διάφορες έννοιες, πρέπει να μελετήσει συστηματικά και να κατανοήσει σε βάθος τα πράγματα, τις καταστάσεις, τις σχέσεις κτλ.

Η σημασία της έννοιας για τη σκέψη είναι μεγάλη γιατί: α) ο "κοινός παρονομαστής" γνωρισμάτων, που τα συγκρατώ για να σχηματίσω μια έννοια, εκφράζει τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά γνωρίσματα των ομεοειδών όντων ή καταστάσεων κτλ. που αντιστοιχούν στην έννοια αυτή· β) η έννοια χαρακτηρίζεται από αντικειμενικότητα: ενώ λ.χ. ο καθένας έχει την προσωπική του γνώμη για την αλήθεια, η έννοια της αλήθειας είναι, κατά κάποιο τρόπο, ανεξάρτητη από τις υποκειμενικές εκτιμήσεις.

Διευκρινίσεις:
α) αν η έννοια επιτρέπει τη λογική οργάνωση της πραγματικότητας και τη σύλληψη των νόμων που τη διέπουν, η αφετηρία για την αναζήτηση των νόμων αυτών και το τέρμα όπου θα ελεγχθεί το κύρος τους αλλά και θα επιχειρηθεί η πρακτική αξιοποίησή τους είναι η ίδια η αντικειμενική πραγματικότητα·
β) το ότι η έννοια εκφράζει τα ουσιαστικότερα, συγκριτικά, γνωρίσματα μιας ομάδας ομοειδών όντων κτλ. και χαρακτηρίζεται από αντικειμενικότητα δε σημαίνει ότι έχει και αντικειμενική υπόσταση. Μόνο τα συγκεκριμένα λ.χ. δέντρα που μπορεί κανείς να τα αντιληφθεί εμπειρικά έχουν υπόσταση. Η έννοια τους δέντρου δεν υπάρχει πραγματικά. Είναι απλώς ένα πλάσμα του νου των ανθρώπων, πνευματικά γονιμότατο και επιστημολογικά απαραίτητο αλλά οντολογικά ανύπαρκτο.

ΟΕΔΒ, Φιλοσοφία Γ' Λυκείου
Έκδοση ΙΑ, 1995
σελ. 85